Η κοινοτική οδηγία 1999/31 EC θέτει αυστηρά όρια στη διαχείριση των αστικών απορριμμάτων στις χώρες τις Ε.Ε. και επιβάλλει τη μείωση των βιοαποδομήσιμων ποσοτήτων που οδηγούνται στους ΧΥΤΑ κατά 25% έως το 2010, κατά 50% έως το 2013 και κατά 65% έως το 2020. Προς αυτή την κατεύθυνση και με στόχο την ορθολογικότερη διαχείριση των απορριμμάτων, η παραγωγή και η θερμική αξιοποίηση εναλλακτικών καυσίμων ανακτηθέντων από στερεά απόβλητα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Στην παρούσα εργασία εξετάζεται η χρήση στερεών καυσίμων προερχόμενων από τη μηχανική επεξεργασία αστικών απορριμμάτων ή και μιγμάτων μη επικίνδυνων στερεών αποβλήτων, ως καυσίμων υποκατάστασης λιγνίτη σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς. Τα καύσιμα αυτά, επειδή περιέχουν σε μεγάλο ποσοστό βιομαζικά μέρη, όπως το οργανικό κλάσμα αστικών απορριμμάτων (χαρτί, χάρτινες συσκευασίες) είναι τουλάχιστον κατά 50%κ.β. βιοαποδομήσιμα κι επομένως ουδέτερα όσον αφορά τις εκπομπές CO2. Οι ποσότητες των αξιοποιήσιμων απορριμμάτων στην Ελλάδα ανέρχονται κατά μέγιστο σε 500 χιλιάδες τόνους ανά έτος, ενώ η αξιοποίησή τους στις λιγνιτικές μονάδες θα ήταν δυνατό να επιφέρει εξοικονόμηση αποθεμάτων λιγνίτη της τάξης του 3% και αποφυγή έως και 625 χιλιάδων τόνων εκπομπών CO2. Η επιδεικτική εφαρμογή της μικτής καύσης λιγνίτη και SRF έλαβε χώρα σε λιγνιτικό σταθμό της RWE-Power στη Γερμανία ονομαστικής ισχύος 600MWel. Το ποσοστό υποκατάστασης κυμάνθηκε από 2 έως 4% της προσδιδόμενης θερμικής ισχύος, το οποίο αντιστοιχούσε σε παροχή 25-50 tn/h ανακτηθέντος καυσίμου. Η ευρεία μετρητική καμπάνια διάρκειας δύο εβδομάδων που πραγματοποιήθηκε, στην οποία συμμετείχε το Εργαστήριο Ατμοπαραγωγών και Θερμικών Εγκαταστάσεων (ΕΜΠ-ΕΑΘΕ), δεν κατέδειξε σημαντικά προβλήματα στη λειτουργική συμπεριφορά του λέβητα και του συστήματος τροφοδοσίας, ενώ δεν παρατηρήθηκαν υπερβάσεις των νομοθετικών ορίων σε σχέση με τις εκπομπές των απαερίων και την ποιότητα της παραγόμενης τέφρας.

Λέξεις-Κλειδιά:θερμικοί σταθμοί, εκπομπές, μικτή καύση, CO2