Η κοινοτική οδηγία 1999/31/EC, η οποία περιορίζει την εναπόθεση των απορριμμάτων σε ΧΥΤΑ από το 2005, κάνει επιτακτική την ανάγκη για την ορθολογικότερη διαχείριση τους με σκοπό τη μείωση του όγκου τους και τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την εναπόθεσή τους. Η μικτή καύση προβάλλει ως σημαντική προοπτική για την αξιοποίηση των απορριμμάτων σε εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Προς αυτή την κατεύθυνση εξετάζεται στην παρούσα εργασία η χρήση καύσιμης ύλης που ανακτάται από τη μηχανική επεξεργασία αστικών απορριμμάτων (RDF, Refused Derived Fuels ή κατά τη νεότερη ονομασία SRF Solid Recovered Fuels) μαζί με φαιάνθρακα σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς. Στα πλαίσια ερευνιτικού έργου, το Εργαστήριο Ατμοπαραγωγών και Θερμικών Εγκαταστάσεων (ΕΜΠ-ΕΑΘΕ) και η ΔΕΗ συμμετέχουν στην επιδεικτική εφαρμογή της μερικής υποκατάστασης λιγνίτη από απορρίμματα σε ηλεκτροπαραγωγική μονάδα της RWE-power στη Γερμανία. Η ονομαστική ισχύς της μονάδας είναι ίση με 600 MWel και η δοκιμαστική λειτουργία της με μίγματα λιγνίτη και απορριμμάτων θα πραγματοποιηθεί για συνεχή περίοδο δύο εβδομάδων. Η προσθήκη των απορριμμάτων στο καύσιμο μίγμα ανέρχεται σε 2-3% της προσδιδόμενης θερμικής ισχύος, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια για βαθμιαία αύξηση έως και 10%. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, το ΕΜΠ-ΕΑΘΕ έχει αναλάβει την καταγραφή των λειτουργικών μεγεθών του λέβητα, τις μετρήσεις των εκπομπών αερίων ρύπων και τη λήψη δειγμάτων τέφρας. Η ΔΕΗ συμβάλλει στη μεταφορά της τεχνογνωσίας μικτής καύσης απορριμμάτων στις χώρες των Βαλκανίων και την Ελλάδα, με προοπτική τη μελλοντική τους εφαρμογή, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού λιγνίτη και των απορριμμάτων. Οι δοκιμές μικτής καύσης φαιάνθρακα και απορριμμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα δεν παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων, ενώ παράλληλα πληρούνται τα αυστηρά όρια εκπομπών ρύπων που ορίζονται από την κοινοτική νομοθεσία. Οι ποσότητες των απορριμμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη Ελλάδα ανέρχονται σε 200 χιλιάδες τόνους ανά έτος, ενώ η αξιοποίησή τους στις λιγνιτικές μονάδες αναμένεται ότι θα επιφέρει εξοικονόμηση αποθεμάτων λιγνίτη της τάξης του 3% και αποφυγή έως και 200 χιλιάδων τόνων εκπομπών CΟ2 ετησίως.